Γερμανικά » Γαλλικά

Bekannte(r) ΟΥΣ θηλ(αρσ) κλιν τύπος wie επίθ

bekannt [bəˈkant] ΕΠΊΘ

I . bekennen* ανώμ ΡΉΜΑ μεταβ

2. bekennen ΘΡΗΣΚ:

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina