Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „συγκίνησή“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

συγκίνησ|η <-εις> [siɲˈɟinisi] SUBST θηλ

συγκίνηση
Rührung θηλ

Παραδειγματικές φράσεις με συγκίνηση

δάκρισε από χαρά/συγκίνηση

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский