Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „γερατειά“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

γερατειά [jɛraˈtça] SUBST ουδ πλ

γερατειά
Alter ουδ ενικ

γηρατειά [jiraˈtça], γερατειά [jɛraˈtça] SUBST ουδ πλ

1. γηρατειά (γεράματα):

Alter ουδ ενικ

2. γηρατειά (ηλικιωμένοι):

alte Leute πλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский