Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „διευρύνω“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

διευρύ|νω <-να, -νθηκα, -μένος> [ðiɛˈvrinɔ] VERB μεταβ

διευρύνω

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский