Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „δονώ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

I . δον|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα> [ðɔˈnɔ] VERB μεταβ και μτφ

δονώ

II . δονούμαι VERB αυτοπ ρήμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский