Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „επιχειρώ“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

επιχειρ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛpiçiˈrɔ] VERB μεταβ

1. επιχειρώ (κάνω):

επιχειρώ

2. επιχειρώ (προσπαθώ):

επιχειρώ

Παραδειγματικές φράσεις με επιχειρώ

επιχειρώ ένα διάβημα
επιχειρώ ένα πείραμα

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский