Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „πίσσωση“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

πίσσωσ|η <-εις> [ˈpisɔsi] SUBST θηλ

πίσσωση
Teerung θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский