Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „πιτσίλισμα“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

πιτσίλισμα [piˈtsilizma] SUBST ουδ

πιτσίλισμα
Bespritzen ουδ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский