Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „απαράγραπτος“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά

(Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

απαράγραπτ|ος <-η, -ο> [apaˈraɣraptɔs] ΕΠΊΘ (δικαίωμα)

απαράγραπτος

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский